καραμέλα


καραμέλα
[карамела] ουσ. Θ. карамель

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καραμέλα" в других словарях:

  • καραμέλα — και καραμέλλα, η 1. σκληρό ζαχαρωτό μικρού μεγέθους που διαλύεται στο στόμα με πιπίλισμα 2. είδος ζάχαρης που παρασκευάζεται σε μικρά τετραγωνικά κομμάτια 3. μτφ. καθετί γλυκό, εύγευστο, ευχάριστο 4. φρ. «πιπιλίζει κάτι σαν καραμέλα» τόν… …   Dictionary of Greek

  • καραμέλα — η (λ. ενετ.) 1. ζαχαρωτό μικρού μεγέθους: Δώσε καραμέλες στα παιδιά. 2. φρ., «τη φράση αυτή την πιπιλίζει σαν καραμέλα», σημαίνει ότι ευχαριστιέται να επαναλαμβάνει τη φράση αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καραμελιάζω — και καραμελλιάζω [καραμέλα] (για σιρόπια και παχύρρευστα γλυκά), γίνομαι καραμέλα, πήζω με την πάροδο τού χρόνου ή με την επενέργεια τής φωτιάς, σκληραίνομαι, «δένω» («το σιρόπι καραμέλιασε») …   Dictionary of Greek

  • καραμόζη — η ειδική καραμέλα χωρίς ζάχαρη για τους διαβητικούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. καραμ (< καραμέλα) + κατάλ. όζη τού φρουκτ όζη (ζάχαρη για διαβητικούς)] …   Dictionary of Greek

  • ζάχαρη — Κοινή ονομασία για τη σακχαρόζη, οργανική ένωση του τύπου C12Η22Ο12 που υπάρχει άφθονη στο ζαχαροκάλαμο και στα τεύτλα, από τα οποία γίνεται η βιομηχανική παρασκευή της. Είναι ένας δισακχαρίτης ο οποίος σχηματίζεται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα …   Dictionary of Greek

  • καραμελάς — και καραμελλάς [καραμέλα] παρασκευαστής ή πωλητής καραμελών και άλλων ζαχαρωτών, πλανόδιος ζαχαροπλάστης …   Dictionary of Greek

  • κόκα-κόλα — η (τροφ. χημ.) εμπορική ονομασία αεριούχου αναψυκτικού ποτού, που παρασκευάζεται από εκχυλίσματα φύλλων κόκας από τα οποία απομακρύνεται προηγουμένως η κοκαΐνη , από εκχύλισμα σπερμάτων κόλας, από άλλες φυτικές ουσίες, καθώς και από ζάχαρη,… …   Dictionary of Greek

  • μέντα — (Mentha). Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των λαμιιδών. Πρόκειται για φυτά των εύκρατων περιοχών του βορείου ημισφαιρίου, τα οποία χαρακτηρίζονται από τα αρωματικά τους φύλλα και τα μικρά τους άνθη. Ιδιαίτερα γνωστό είδος είναι το… …   Dictionary of Greek

  • μπίρα — Αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση βύνης (κριθαριού που πέταξε βλαστό), αρωματισμένης με λυκίσκο. Η μ. και τα ανάλογα ποτά που προέρχονται από τη ζύμωση άλλων δημητριακών είναι από τα πιο αρχαία και τα πιο διαδεδομένα. Τη χρησιμοποιούσαν …   Dictionary of Greek

  • ζαχαράτο — το κουφέτο, καραμέλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)